Α’ Πράξη
Με τα μάτια της φαντασίας μας, ας στρέψουμε το βλέμμα μας ψηλά, κι ας θαυμάσουμε τον χορό των αστεριών, όπως πλημμυρίζει με φως τον σκοτεινό ουρανό. Το φως αυτό δείχνει προς ένα ανοιχτό παράθυρο, παιδικού υπνοδωματίου. Εκεί, κάθεται η Γουέντυ προσέχοντας τα δύο αδέρφια της, που παίζουν ανέμελα. Σύντομα όμως, καταφθάνει η Νταντά που ησυχάζει τα μικρά αδερφάκια και τους βάζει όλους για ύπνο.
Μες τη νύχτα, μια σκοτεινή σκιά, γλιστράει από το παράθυρο, στο δωμάτιο των παιδιών, κι αμέσως μετά ακολουθεί, αναστατωμένη, μια νεράϊδα, η Τίνκερμπελ, αλλά και ο Πίτερ Παν, ο οποίος αρχίζει να κυνηγάει με μανία τη σκιά του, που συνεχώς του ξεφεύγει. Παλεύει μαζί της για να τη συγκρατήσει, αλλά η Γουέντυ, που στο μεταξύ έχει ξυπνήσει, παίρνει τη βελόνα και τις κλωστές της και προθυμοποιείται να τη ράψει επάνω του.
Ευχαριστημένος, ο Πίτερ Παν συστήνεται στα παιδιά και τους προτείνει να τον ακολουθήσουν στη Χώρα του Ποτέ, πετώντας. Για να το καταφέρουν, η Τίνκερμπελ ζητά από τις μικρές νεράιδες να ραντίσουν τα παιδιά με χρυσόσκονη, ενώ εκείνα κάνουν, ενθουσιασμένα, χαρούμενες σκέψεις.
Η ξέγνοιαστη συντροφιά, ξεκινά την συναρπαστική πτήση της προς τη Χώρα του Ποτέ. Κατά τη διάρκειά της, συναντούν παραδεισένια πουλιά, πολύχρωμα πλάσματα του βυθού, αινιγματικές μέδουσες και πονηρές γοργόνες.
Β’ Πράξη
Αλήθεια, ποιοι κατοικούν στη Χώρα του Ποτέ;
Εκεί, ζουν κακοτράχαλοι Πειρατές, με αρχηγό τους τον μοχθηρό Κάπτεν Χουκ, ο οποίος φοράει έναν γάντζο στη θέση του χεριού του, θλιβερή απώλεια μετά από σκληρή μάχη με τον Πίτερ Παν. Το κομμένο χέρι, μαζί με το ρολόι του, τα έχει καταπιεί ένας πεινασμένος κροδόδειλος, που τον κυνηγάει, ίσως για να του φάει και το άλλο χέρι. Από τότε, ο Κάπτεν Χούκ σκέφτεται με μανία, πώς θα εκδικηθεί τον Πίτερ Παν. Όμως, παγώνει από τρόμο στο άκουσμα του ανατριχιαστικού χτύπου του ρολογιού, γιατί καταλαβαίνει πως το πεινασμένο θηρίο πλησιάζει. Και, όποτε εμφανίζεται ο Κροκόδειλος, ο Κάπτεν Χουκ γίνεται καπνός.
Εκεί συναντούμε και τα Χαμένα Παιδιά, την ατίθαση συντροφιά του Πίτερ Παν, που εξαιτίας της παιχνιδιάρικης, άτακτης και αυθόρμητης συμπεριφοράς τους, μπλέκουν συνεχώς σε περιπέτειες. Και να, πάνω στο παιχνίδι, μπερδεύουν τη Γουέντυ, για εχθρό και τη χτυπούν με τη σφεντόνα τους.
Όταν εκείνη συνέρχεται, οι ταξιδιώτες μας θαυμάζουν τη φαντασική χώρα των ονείρων τους. Τους υποδέχονται οι μικρές νεράιδες και οι Ινδιάνοι, οι φύλακες και προστάτες του νησιού, που μαζί με την αρχηγό τους, την Τάιγκερ Λίλλυ, πάντοτε καταφέρνουν να συγκρατήσουν την ανεξέλεγκτη ορμή των Χαμένων παιδιών και να τους γλιτώσουν από τα χειρότερα.
Όμως, ο Κάπτεν Χουκ βάζει σε λειτουργία ένα σατανικό σχέδιο. Αρπάζει την Τίκνκερμπελ και την Ταίγκερ Λίλλυ και τις φυλακίζει στη λιμνοθάλασσα όπου κατοικούν οι μέδουσες.
Γ’ Πράξη
Τίνκερμπελ και Τάιγκερ Λίλλυ, είναι αιχμάλωτες των μεδουσών, αλλά ο Πίτερ Παν, με βοηθούς τις γοργόνες, τις ελευθερώνει με ευκολία. Έτσι, επιστρέφουν όλοι μαζί, χαρούμενοι, στο κρησφύγετο των Χαμένων παιδιών και γιορτάζουν όλοι μαζί την επιτυχία της αποστολής τους.
Την ίδια ώρα, ο αμετανόητος Κάπτεν Χουκ, τους παρακολουθεί κρυφά. Ανακαλύπτει την κρυψώνα των παιδιών, αιχμαλωτίζει τον Πίτερ Παν και επιχειρεί να του δώσει να πιει ένα θανατηφόρο δηλητήριο.
Όμως, σαν αστραπή, σε μια πράξη αυτοθυσίας, η Τίνκερμπελ μπαίνει στη μέση, καταπίνει εκείνη το θανατερό ποτό και μεμιάς σωριάζεται στο έδαφος. Ευτυχώς, καταφθάνουν οι πυγολαμπίδες και με τη μαγεία του φωτός τους, ξαναζωντανεύουν τη θαρραλέα νεράιδα.
Ξεκινά τότε, άγρια μάχη. Τα Χαμένα παιδιά και οι Ινδιάνοι συσπειρώνονται και πολεμούν εναντίων των πειρατών, όπου και επικρατούν, διώχνοντας μια για πάντα τον Κάπτεν Χουκ και τους ναύτες του από τη Χώρα του Ποτέ.
Παρένθεση τέλους
Ήρθε η ώρα για τη Γουέντυ και αδέρφια της να επιστρέψουν στη θαλπωρή του παιδικού τους δωματίου. Αποχαιρετούν τους καινούριους τους φίλους και επιστρέφουν στο σπίτι, πετώντας. Η συναρπαστική τους περιπέτεια έχει τελειώσει…Ή μήπως, όχι;
